Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Πότε προλαβαίνουν και γίνονται οι άνθρωποι φωτογραφίες;

Πως έρχεται έτσι τούμπα ο ουρανός και τους καταπίνει;

Δίχως προειδοποίηση ή συμπόνια.

Γιατί να μην ρωτάει ο θάνατος ποιός είσαι, πώς σε λένε, από πού κρατάει η σκούφια σου;

 

Εσύ σίγουρα θα ‘χες πολλές ιστορίες να του πεις. Πολλά όνειρα να του αφηγηθείς. Πολλά χέρια να τον φιλέψεις. Μια καρδιά μεγάλη να τον ζεστάνεις ολάκερο. Αν κοντοστεκόταν και σε ρωτούσε.

 

Αν κοντοστεκόταν και σε ρωτούσε θα του ‘λεγες για τα χρόνια της παιδικής ξεγνοιασιάς, που τ’ ακολούθησε ο πόλεμος κι η φτώχεια, για τον έρωτα που φωλιάζει στις σόλες των παπουτσιών μιας κορδελιάστρας, για την ξενιτιά που υπόσχεται όσα η πατρίδα ποδοπατά. Θα του ‘λεγες για τον τσίφτη τον εγγονό σου που του ‘φτιαξες προχθές δύο τηγάνια πατάτες και τις έφαγε όλες. Θα του μιλούσες για τα όνειρα που είχε ένας νεαρός τσαγκάρης για τα παιδιά του, για την σιδερένια θέληση σου που δεν άφησε ανεκπλήρωτο ούτε ένα.

 

Θα τον φώναζες μέσα να μην τα λέτε έτσι στα πρόχειρα εκεί στη σκάλα. Θα του ‘φτιαχνες τσάι και θα του πρόσφερες απ’ τα σπιτικά σου τυροπιτάκια. Θα τον κοιτούσες στα μάτια και θα καθόσουν δίπλα του. Θα τα λέγατε για ώρα οι δυο σας, για το σπίτι το ξύλινο που το ‘φτιαξες όλο με τα χέρια σου, για την άρρωστη γυναίκα σου που δεν της στάθηκες μόνο σαν σύζυγος αλλά και σαν μάνα και πατέρας κι αδερφός μαζί, για το όνειρο σου να γυρίσεις στη Ελλάδα τώρα πια. Αρκετά με την ξενιτιά, ότι ήταν να δώσεις και να σου δώσει εκείνος ο τόπος το ‘δωσες και στο ‘δωσε. Θα σταυροφιλιόσασταν και θα σε χαιρετούσε λέγοντας σου πως σου χτύπησε καταλάθως την πόρτα.

 

Μα αυτός ήρθε ύπουλα σαν μάγισσα πλανεύτρα, δεν κοντοστάθηκε, δεν σε ρώτησε. Σ’ είδε γεμάτο και χαμογελαστό και μες στην αφέλεια των ονείρων σου σε ζάλησε και σε πήρε κοντά του. Δίχως λόγια, επεξηγήσεις ή ιστορίες.

 

Μείναμε και ‘μεις να κοιτάμε δακρυσμένοι τις λέξεις σου, δίχως λόγια, επεξηγήσεις ή ιστορίες. Μας τα ‘χες πει όλα εσύ. Ευχαριστώ, συγγνώμη, σ’ αγαπώ

 

Εις το επανειδήν

 

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Γι’ αυτό έφυγες κι εσύ. Ο ίδιος ο έρωτας που μας γεννά, ο ίδιος μας κλείνει και τα μάτια. Έγω σε καταλαβαίνω. Ξέρω πως δεν σε λύγισε η ασθένεια, ούτε οι αφόρητοι πόνοι. Ξέρω πως δεν ήταν τα γηρατεία και η εξάντλησή σου. Ήταν εκείνος. Εκείνος που έφυγε και δεν πρόλαβες να του πεις αντίο. Δεν πρόλαβες να τον φιλήσεις στο μάγουλο και να του κρατήσεις το χέρι. Δεν πρόλαβες να πεις ”μη φύγεις” ή έστω ”πάρε με μαζί σου”. Έμεινες κι εσύ αμήχανη να ψάχνεις τα γιατί και τα τώρα και αποφάσισες. Αποφάσισες πως του χρωστάς. Πως αυτή τη φορά θα τρέξεις εσύ κοντά του, όπως έτρεχε εκείνος κοντά σου τόσα χρόνια. Αποφάσισες πως αυτή τη φορά θα πρέπει να φανείς εσύ η δυνατή. Και το ‘κανες. Κι απ’ την πρώτη στιγμή που μπήκες σε κείνο το νοσοκομείο ήξερα πως καμιά ασθένεια δεν σε πονά τόσο όσο η έλλειψη του. Ήξερα πως θα φύγεις. Κι ας το απευχόμουν. Κι  ας προσποιούμουν πως θα επανέλθεις. Δεν μπορούσες να ζήσεις χωρίς αυτόν. Κι όσο κι αν με πονάει η φυγή σου, σε καταλαβαίνω. Και μαγεύομαι από τις συγκυρίες. Κι αναρωτιέμαι άθελα μου με μια παιδική αθωότητα αν τούτη η φυγή σου ήταν θετική απάντηση στην πρόσκληση εκείνου να γιορτάσετε την πεντηκοστή έκτη επέτειο σας μαζί, μιάς και ήταν μια μέρα αφού έκλεισες τα ματάκια σου. Και γλυκά δάκρυα πλημμυρίζουν το πρόσωπο μου καθώς παρατηρώ εκείνη την παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία του γάμου σας. Καθώς κοιτάζω το χαμόγελο σου. Πριν φύγεις δεν μπόρεσες να μου πεις ούτε μια λέξη, αλλά δεν με πειράζει. Γιατί μες το χαμόγελο σου σ’ εκείνη την παλιά φωτογραφία νομίζω πως μου χάρισες το μυστικό σου. Το βλέπω να μου το λες: ”Να αγαπάς, κι εγώ επειδή αγαπώ φεύγω.”

 

Στον παππού μου και στη γιαγιά μου που μου δίδαξαν πως σημασία δεν έχουν τα πολλά χρόνια αλλά το πολύ στα χρόνια.. Σε δύο ανθρώπους που έφυγαν αρνούμενοι να γεράσουν. Σας αγαπώ και σας ευχαριστώ για τις στιγμές που μου χαρίσατε, για τις όμορφες αναμνήσεις και τούτες εδώ τις  λέξεις. Καλό σας ταξίδι αγαπημένοι μου..

τον τίτλο τούτου του κειμένου τον δανείστηκα απο το υπέροχο ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη ”Συχώρα μέ, αγάπη μου