Πάει φίλε μου,

πάλιωσαν τα παπούτσια μας.

Μας ξέχασαν,

έθαψαν τα προσωπά μας πίσω απ΄τα οδοφράγματα,

τα όνειρα μας κάτω απ’ το τσιμέντο.

Πάει φίλε μου,

σόλες, κορδόνια, πάτοι

όλα ανάκατα μαζί με τις συνειδήσεις μας

κι οι σκέψεις μας καταδικασμένες

να κρύβονται σε συρτάρια διανοούμενων.

Ξεχάσαμε πως τραγουδιέται το σ’ αγαπώ

και πως προφέρεται το συγγνώμη.

Ξεχάσαμε φίλε μου,

κι έτσι όπως ξεχάσαμε, ξεχαστήκαμε.

Μα εγώ ζω για τη στιγμή

που θα στρέψεις τα μάτια στον ουρανό.

Ονειρεύομαι μαυροκόκκινα ταξίδια,

σπασμένες αλυσίδες στο πάτωμα,

κι αστέρια, πολλά αστέρια.

Τόσα που καμιά γωνιά της γης

να μην μείνει αφώτιστη,

κανένα σκοτάδι να μην γλιτώσει.

Δεν είναι που μεγαλώσαμε φίλε μου.

Είναι που κόψαμε τα πέρα-δώθε

κι αρχίσαμε τα ποιήματα.

Είναι που ξεχάσαμε να περπατάμε

και μάθαμε να γράφουμε.