Ένας αιματοβαμμένος μπόγος από κουρέλια σωριάζεται στα πόδια του Ρίτσαρντ Μέιχιου. Ο ελπιδοφόρος σύμβουλος επενδύσεων ανακαλύπτει κάτω από τα μπερδεμένα ρούχα ένα κορίτσι που ονομάζεται Ντορ και έρχεται από μία άλλη πραγματικότητα. Ο Ρίτσαρντ γλιστράει ακολουθώντας την παράξενη Ντορ, πέρα από το δικό του κόσμο του Σίτι, των εταιρειών, των πολυτελών ρεστοράν, της ολόφωτης  πόλης σε ένα υπόγειο σύμπαν.

Στο «Ποτέ και πουθενά» ο Ρίτσαρντ θυμίζει την Αλίκη που πέφτει στην φωλιά του λευκού κουνελιού. Μόνο που στην υπόγεια πόλη του Νιλ Γκάιμανδεν υπάρχουν στρατιώτες τραπουλόχαρτα, χελώνες με βοδινό κεφάλι που απαγγέλουν ποιηματάκια και κάμπιες που καπνίζουν ναργιλέ πάνω  σε μανιτάρια. Εδώ υπάρχουν συμμορίες μοχθηρών αστέγων -που μοιάζουν να ξέφυγαν από τα βιβλία του Ντίκενς- αρουραίοι και περιστέρια που μεταφέρουν μηνύματα, βαγόνια του μετρό που διαστέλλονται και μετατρέπονται σε μεσαιωνικούς πύργους, επαγγελματίες δολοφόνοι με κακοραμμένα μαύρα κουστούμια και θανατηφόρες γόησσες. Και αυτός ο αλλόκοτος  κόσμος ελέγχεται από φατρίες ευγενών που αλληλοεξοντώνονται σε μία μεταμοντέρνα απεικόνιση των μεσαιωνικών χρόνων.

Σε αυτό το σκοτεινό τοπίο καταφτάνει ο Ρίτσαρντ, έχοντας χάσει καριέρα, σπίτι και μνηστή, όλη την προηγούμενη ζωή του. Και προσπαθεί να επιβιώσει σε μία παράλληλη πραγματικότητα όπου στο μετρό παραμονεύουν γλοιώδη τέρατα, οι αδέσποτες γάτες θεωρούνται εκλεκτός μεζές και οι στοές καταλήγουν σε λαβύρινθους κατασκευασμένους από ερείπια του παρελθόντος.

Όπως το θέτει ο Γκάιμαν, δημιουργός του graphic novel «Sandman», έγραψε ένα εναλλακτικό οδηγό για το Λονδίνο, όπου σημασία δεν έχουν το Μπιγκ Μπέν ή ο Πύργος του Λονδινου αλλά οι εγκαταλελλειμένοι σταθμοί του Μετρό, τα ερειπωμένα βικτωριανά νοσοκομεία και τα υπόγεια ποτάμια κάτω από τις λεωφόρους.

Το «Ποτέ και πουθενά» κρύβει μεγάλη ιστορία. Γράφτηκε ως σενάριο για την  μίνι τηλεοπτική σειρά του BBC «Neverwhere» που προβλήθηκε το 1996 με σάουντρακ που συνέθεσε οΜπράιαν Ίνο. Ο Νιλ Γκάιμαν, ποτέ του δεν χώνεψε το γεγονός ότι ο παραγωγός έκανε ότι τον βόλευε, πετσοκόβοντας το σενάριο του. Οπότε κατά την διάρκεια των γυρισμάτων άρχισε να μετατρέπει το αρχικό σενάριο σε μυθιστόρημα που εκδόθηκε μετά την προβολή της σειράς από το κανάλι. Το 1997 βρέθηκε στην Νέα Υόρκη και ξανάλλαξε το μυθιστόρημα ώστε να το προσαρμόσει στην αμερικάνικη εκδοτική αγορά. Τέλος από το 2005 άρχισε να προσθέτει κεφάλαια στο αρχικό υλικό και να αφαιρεί όσα του φαινόταν ανούσια. Όλη αυτή η cut up φρενίτιδα που θυμίζει τις τεχνικές του Μπάροουζ κατέληξε το 2015 στην οριστική μορφή.

Αυτό είναι λοιπόν το «Ποτέ και Πουθενά», η ιστορία ενός βολεμένου στελέχους που σε μια νύχτα διέγραψε όλο το παρελθόν του και βρέθηκε κάτω από την γη να αντιμετωπίζει όλους τους εφιάλτες του και επιτέλους να νιώθει ζωντανός. Γραμμένο από έναν τύπο, που κάποτε ήταν τραγουδιστής σε πανκ συγκρότημα, έφαγε μία μπύρα -γεμάτη- στο κεφάλι σε μία συναυλία, βρέθηκε στο νοσοκομείο και αποφασίσε ότι η βία -και ο τρόμος- στο χαρτί δεν πληγώνουν κανένα. Αντίθετα μπορεί να αποδειχθούν αρκετά διασκεδαστικά.

Πηγή:Popaganda