Ο έρωτάς μας ήταν σύντομος, αλλά δυνατός. Ήξερα ότι δεν θα διαρκούσε πολύ, και γι’ αυτό το λόγο ήθελα να τον κάνω όσο πιο έντονο γίνεται, για να μείνει ανεξίτηλος στον χρόνο. Έτσι, μπορεί να έσβηνε από την καθημερινότητά μας, αλλά τουλάχιστον θα έμενε ζωντανός στη μνήμη μας. Και για να το πετύχω αυτό, έπρεπε να σου ασκήσω εντύπωση, πάνω σε κάτι το οποίο δεν είχες ξαναβιώσει μέχρι τότε. Να αποκτήσεις μαζί μου μία εμπειρία, που ποτέ δεν είχες ξαναδοκιμάσει στο παρελθόν. Να κάνουμε μαζί κάτι για πρώτη φορά, έτσι ώστε κάθε φορά που θα το επαναλαμβάνεις στο μέλλον, χωρίς εμένα, να σου έρχεται το πρόσωπό μου σαν ανάμνηση, και να με νοσταλγείς.

 

Σε ρώτησα λοιπόν αν έχεις κάνει ποτέ νυχτερινό μπάνιο, και μου είπες όχι. Τότε μου δόθηκε η αφορμή που από καιρό ζητούσα. Χωρίς να χάνω πολύτιμο χρόνο, και βλέποντας το τέλος μας να πλησιάζει, κανονίσαμε για μπάνιο κάτω από την αυγουστιάτικη πανσέληνο. Όλα ήταν μαγικά, ίσως και λίγο καλύτερα από όσο τα περίμενα. Κάναμε μπάνιο στα σκοτεινά, και ανταλλάξαμε φιλιά κάτω από το χλωμό φεγγάρι. Η ψύχρα που έπιασε αργότερα, μας ανάγκασε να ανάψουμε μια φωτιά στην άμμο. Καθίσαμε τότε και αναπολήσαμε όλες τις όμορφες στιγμές που είχαμε περάσει μαζί, και για πρώτη φορά κάναμε ουσιαστική κουβέντα, κάτι το οποίο με ξάφνιασε. Αυτή η κουβέντα, βέβαια, έμελλε να είναι και η τελευταία μας.

 

Τρία χρόνια αργότερα, κάθε Αύγουστο που το φεγγάρι γεμίζει και φέγγει έρωτα, θυμάμαι εκείνο το νυχτερινό μας μπάνιο. Γελάω όταν σκέφτομαι τα όσα λέγαμε, και έπειτα δακρύζω γιατί μου λείπουν. Δεν ξαναέκανα έκτοτε κανένα θαλασσινό μπάνιο τη νύχτα, γιατί σε θύμιζε. Και μέσα μου ήλπιζα και εσύ να αισθάνεσαι έτσι, και να μην αντικαταστήσεις αυτή την ανάμνησή μας με κανέναν άλλον. Και αν το έκανες, τουλάχιστον να με θυμόσουν. Το μόνο πράγμα που δεν υπολόγισα ήταν ότι, όταν σε πήγα στην ακρογιαλιά εκείνη τη νύχτα, ήταν και η δική μου πρώτη φορά. Και δεν ξέρω τελικά αν θα μείνω ζωντανός στις σκέψεις σου, αλλά στη δική μου θύμηση δεν θα πεθάνεις ποτέ…