Ύστερα από μακρόχρονη δισκογραφική απουσία, η υπέροχη αβανγκάρντ ιέρεια επιστρέφει με νέο υλικό και μια μεγάλη συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής (20/5 ). Σκοτεινή κι εκρηκτική, με την εκπληκτική φωνή και το πιάνο της, η Diamanda είναι έτοιμη να συγκλονίσει όπως πάντα.

Ήταν αρχές της χρο­νιάς που η Diamanda Galas ανακοίνωσε την «επιστροφή» της στη δισκογραφία με δύο άλμπουμ που είχαν τίτλους «All the way» και «At Saint Thomas the Apostle Harlem». Κυκλοφόρησαν και τα δύο ταυτόχρονα τον Μάρτιο μέσα από το δικό της label, το Intravenal Sound Operations, κι έρχονταν να καλύψουν ένα κενό­ 9 ετών. από τότε που κυκλοφόρησε το «Guilty, guilty, guilty» το 2008. Αλλά κι ένα ανάλογο συναυλιακό κενό, αφού περίπου από τότε έχει να τραγουδήσει στα πάτρια εδάφη η κορυφαία αβανγκάρντ ντίβα! Το οποίο τώρα έρχεται να καλυφθεί με την εμφάνισή της στο Μέγαρο Μουσικής, στις 20/5.

Τα δύο καινούργια άλμπουμ της εντάσσονται στην προσφιλή δημιουργική της συνήθεια, με τα απλούστερα (; ) των μέσων (ένα πιάνο και την τρομακτικά υπέροχη φωνή της ) να ανατρέπει και να ξαναδημιουργεί, να βγάζει τα συναισθηματικά «μέσα» των τραγουδιών έξω και να τα διαλύει ανασυνθέτοντάς τα. Το «All the way» αποτελείται κυρίως από μια σειρά «jazz» standards, τα οποία, φυσικά, η Galas δεν τα αντιμετωπίζει ως jazz και, βέβαια, δεν αναπλάθει τη ρομαντική διάθεση του πασίγνωστου «Round midnight» του Thelonious Monk.

Και στο άλλο άλμπουμ, ηχογραφημένο ζωντανά σε αυτήν τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία του Μανχάταν, έχουμε μια screaming the (out ) blues συναυλία της Diamanda Galas με κομμάτια που συναρπάζουν πάσης φύσεως goth-άδες και death-άδες – αλλά και «κανονικούς» φίλους της «προχώ» μουσικής. Εδώ η Galas μπαίνει βαθιά στο μοιρολόι και στο θρήνο που οι λέξεις (υπο )νοούν και η μουσική προδιαθέτει κι εντείνει. Το αποτέλεσμα (όλης αυτής της περφόρμανς ) το γευόμαστε μέσα από μια σειρά σπουδαίων τραγουδιών που ανακυκλώνουν το αγαπημένο της θέμα, το θάνατο.

Θυμάμαι, πριν από χρόνια σε μια συναυλία, τι χαρούλες έκαναν δύο μαυροντυμένα και μαυρομακιγιαρισμένα κορίτσια όταν χρησιμοποίησα τις γνωριμίες –αλλά και τη γοητεία μου– για να μπουν στα καμαρίνια και να γνωρίσουν το ίνδαλμά τους. Και ήταν η πρώτη φορά, νομίζω, που άκουσα την Diamanda Galas να λέει (με αγάπη, στα κορίτσια ) πως δεν έχει σχέση με gothic και τέτοιες­ αηδίες και όλα όσα κάνει προέρχονται από την ελληνορθόδοξη κουλτούρα και τη μανιάτικη­ καταγωγή της. Αυτά ήταν που της έδωσαν οι Έλληνες γονείς της εκεί στη μακρινή Καλιφόρνια και πάνω σε αυτά χτίζει την τέχνη της.

Τα blues και τα ρεμπέτικα, ο Μποντλέρ και οι ρομαντικοί, η επιδημία του AIDS –από την οποία έχασε τον αγαπημένο της αδερφό και ποιητή Philip-Dimitri Galas πίσω στα mid ’80s–, τα βάσανα των ανθρώπων και οι γενοκτονίες (παλιότερες και σύγχρονες ), το hardcore και η αβανγκάρντ και άλλα πολλά επιμέρους εμμονικά καλλιτεχνικά­ στοιχεία διαμορφώνουν την τέχνη της εκρηκτικής ντίβας. ­Πρώτη φορά ακούσαμε και διαβάσαμε για την Diamanda Galas το 1981, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Συν και Πλην», που έβγαζε στη Θεσσαλονίκη ο φίλος Σάκης Παπαδημητρίου. Η Diamanda Galas τραγουδούσε σύγχρονη μουσική (Ιάνης Ξενάκης, Vinco Globokar κ.ά. ), ενώ είχε βγάλει κι έναν αυτοσχεδιαστικό δίσκο (το «If looks could kill» ) με τον σαξοφωνίστα Jim French και τον κιθαρίστα Henry Kaiser. [Όταν αργότερα της είπα πόσο μου άρεσε αυτός ο δίσκος, απλώς κούνησε το κεφάλι και είπε: «Είσαι τρελός»!]

Στα ’80s έβγαλε τους δίσκους «The litanies of Satan» και «Diamanda Galas» (με την εκτενή σύνθεση «Τροπάρια από το αίμα όσων έχουν φονευθεί» για τους νεκρούς της ελληνικής χούντας ), συμμετείχε στο αριστουργηματικό «The big gundown: John Zorn plays the music of Ennio Morricone» κι εξέδωσε την τριλογία «Saint of the Pit», «The divine punishment» και «You must be certain of the Devil» και την «Plague mass», με την οποία τη γνωρίσαμε και live, με μια συγκλονιστική συναυλία στον Λυκαβηττό το 1991 – με σχετικό εξώφυλλο και κείμενο του «α».

Μετά η Galas επικεντρώθηκε ­κυρίως στη φύση και την ουσία του τραγουδιού, από τη λαϊκή έως την ποιητική του βάση, κάνοντας κυρίως δίσκους με φωνή και πιάνο – live τους περισσότερους. Και ήρθε αρκετές φορές στην Ελλάδα, για συναυλίες και για να γνωρίσει καλύτερα την πατρίδα της. Πραγματική Ελληνίδα –μέχρι το μεδούλι–, εμπλέκει παραδοσιακά μας στοιχεία και φόρμες αλλά και τραγούδια στη μουσική και στις παραστάσεις της. Με τρόπο μοναδικό και συγκινησιακά δυνατό, όπως θα δια­πιστώσουμε για άλλη μία φορά εδώ…