Είχα την τύχη να ζήσω έξω… τύχη τη λέω, γιατί ήταν έτσι οι συνθήκες. Τύχη γιατί αν κάποιος έχει τα μάτια και τ’ αυτιά ανοιχτά, αν έχει τις κεραίες σηκωμένες, τότε μαθαίνει πολλά…

 

Μια από τις χώρες στην οποία άφησα ένα κομμάτι μου ήταν κι η Αγγλία… αυτή η χώρα που ποτέ δεν ξέρω αν είμαι politically correct να την πω Αγγλία, καθώς ανήκει σ’ ένα κράτος που έχει άλλο όνομα και καλύπτει ένα νησί που ονομάζεται αλλιώς!

 

Την πρώτη φορά – φοιτητής Erasmus – πήγα γκαζωμένος, καυλωμένος και ψαρωμένος. Όλα μαζί. Με την κεκτημένη ταχύτητα της εδώ φοιτητικής ζωής, με την περιέργεια, αλλά και με τον φόβο του αγνώστου…

 

Ήταν καλά τα αγγλικά μου, μα έλεγα: «Κι αν μου πουν κάτι και δεν το καταλάβω»; όπως τελικά και συνέβη αμέτρητες φορές… όμως, δεν είχε σημασία.

 

Όλα ήταν διαφορετικά κι εγώ τα έβλεπα ωραία. Δεν κλάφτηκα ποτέ που η νυχτερινή ζωή τελείωνε πριν το ξημέρωμα, δεν με πείραξαν οι μακριές νύχτες, ούτε το ξενέρωτο φαγητό. Δεν έτρεχα από ελληνικό εστιατόριο σε Greek society night και δεν ένιωσα νοσταλγία ποτέ… μια αποκόλληση πλακούντα τις πρώτες μέρες ναι, αλλά όχι νοσταλγία.

 

Έχουν περίεργο τρόπο να μιλούν αυτοί οι Άγγλοι, χωρίς αμφιβολία. Κι ήταν το πρώτο που πρόσεξα. Κι όσο κι αν λέμε τους Γάλλους σωβινιστές, άλλο τόσο και περισσότερο είναι οι Άγγλοι – ναι, αυτοί που ζουν εδώ και αιώνες με ξένους μέσα στα πόδια τους – ρατσιστές. Όχι όλοι… αυτοί που σχετίζονται με τα academics δεν είναι. Αλλά η πωλήτρια εισιτηρίων στο τουριστικό γέλασε όταν της ζήτησα ραντεβού, με χυλοπίτιασε υποτιμητικά και σαρκαστικά. Έχουν θέμα με τη γλώσσα τους… πολλές φορές θα προσποιηθούν πως δεν καταλαβαίνουν. Εντάξει, ίσως είναι λογικό. Έχουν περίεργο τρόπο να μιλούν.

 

Δεν μιλώ για τη slang. Μιλώ για το συντακτικό… Είναι ίσως το πιο βαθιά ριζωμένο πολιτιστικό στοιχείο σε μια γλώσσα.

 

It’s a little bit nippy today, isn’t it?

 

Είναι, δεν είναι;;;

 

Αυτή η δήθεν αμφιβολία, και η απαίτηση επιβεβαίωσης… αυτό είναι το πολιτιστικό στοιχείο για το οποίο μιλάω.

 

Τους πρώτους μήνες μου στην Αγγλία, λοιπόν, παρατηρούσα κι απολάμβανα και ρουφούσα σαν σφουγγάρι όσα βίωνα…

 

Έβλεπα τα σπίτια των Άγγλων να είναι πιο βρώμικα από τα νοσοκομεία μας και τα νοσοκομεία τους να είναι πιο καθαρά από τα σπίτια μας.

 

Κι έβλεπα τ’ αγγλάκια να εκδιώκονται από το σπίτι τους στα δεκαεπτά, να παίρνουν δάνεια για να σπουδάσουν, να τα ξοδεύουν σε μπύρα τον πρώτο μήνα, να αφήνουν το πανεπιστήμιο για να δουλέψουν, και να αποπληρώνουν τα φοιτητοδάνειά τους στα εβδομήντα.

 

Και συνειδητοποιούσα:

 

πως οι ακαδημαϊκοί σε ποσοστά δυσθεώρητα είναι ξένοι – γιατί οι άγγλοι μπαίνουν στο industry νωρίς και δεν σπουδάζουν πολύ.

 

πως – όπως μου είπε η Camilla – η ζωή είναι καταθλιπτική, ειδικά αν έχεις έναν άνδρα που πίνει 10-20 πίντες τη μέρα και ούτε γερανός δεν τον βοηθά να «σηκωθεί».

 

πως πολλοί άγγλοι περνούν περισσότερες ώρες στην παμπ παρά στο σπίτι τους και πολλές αγγλίδες μπαίνουν στη διαδικασία να ταξιδεύουν τέσσερις φορές το μήνα σε Ελλάδα, Ισπανία, Μαρόκο ή Τουρκία για να δουν τον απομακρυσμένο εραστή τους.

 

πως περπατώντας στο δρόμο έβλεπα κάθε μέρα μαμάδες δεκατεσσάρων ετών με γόβες στιλέτο, τσαντάκι από γαριδάκια και ένα μωρό μπροστά τους σ’ ένα καρότσι που με δυσκολία έσερναν…

 

Η Θάτσερ… αυτή τα διάλυσε όλα! Έτσι, μου είπε κάποιος… Διάλυσε το εργατικό κίνημα, έδωσε γη και ύδωρ στους βιομήχανους και benefits στους άνεργους και στις άγαμες μητέρες. Και τα benefits διάβρωσαν την κοινωνία.

 

Αυτό το τελευταίο δεν μ’ έπεισε.

 

Εγώ έβλεπα μια κοινωνία ν’ αυτοκτονεί αργά και βασανιστικά, πίνοντας κάποιου είδους φαρμάκι… σε μικρές καθημερινές ποσότητες.

 

Pity, isn’t it?

 

Είναι δύσκολο να χωνέψεις έναν πολιτισμό τόσο διαφορετικό. Δύσκολο. Εκτός κι αν τα περνάς όλα στο ντούκου.

 

Κι ακόμα πιο δύσκολο είναι να καταλάβεις τη γλώσσα τους. Τη λειτουργία της.

 

Πηγαίνεις σ’ ένα σπίτι, κι έχουν μπουφέ.

 

Help yourself! σου λένε.

 

Βοήθησε τον εαυτό σου… τον εαυτό ΣΟΥ.

 

Σιγά-σιγά μου μπήκε η αμφιβολία.

 

Μήπως ρε γμτ, δεν αυτοκτονούν; Μήπως κάνουν κάτι σωστά; Σωστότερα από μας;

 

Γιατί οι Άγγλοι είναι άνθρωποι πολύ μοναχικοί, πολύ ανεξάρτητοι, και στην πραγματικότητα βαθιά εσωστρεφείς. Ακόμα κι αυτοί που φαινομενικά είναι κοινωνικοί, δε μιλούν ποτέ για προσωπικά τους ζητήματα. Ακόμα και στον ψυχολόγο τους δυσκολεύονται να μιλήσουν γι’ αυτά! Πάντα ξεκινούν μιλώντας για τον καιρό!

 

Δεν είναι μια σειρά από κλισέ η θεωρία μου. Όχι, δεν είναι. Ο θείος κάποιου φίλου ετοιμαζόταν να χωρίσει μετά από δεκαπέντε χρόνια γάμου. Ένα απόγευμα πήγε στη «γνωστή» παμπ της γωνίας, συνάντησε τον επί δεκαπέντε χρόνια κολλητό φίλο και συμπότη του (που σημειωτέον πέρα από τα μικρά τους ονόματα δεν ήξεραν τίποτα ο ένας για τον άλλον) και του είπε:

 

Τζόναθαν, χωρίζω.

 

κι ο Τζόναθαν απάντησε:

 

Νο πέρσοναλ σταφ! Πλιζ!

 

Αυτή η κοινωνία δεν αυτοκτονεί και δεν πεθαίνει. Ζει, επιβιώνει και προσαρμόζεται στις αλλαγές γιατί συστημικά δεν βασίζεται πάνω σε ανθρώπινα χαρακτηριστικά που εν δυνάμει μπορεί να μετατραπούν σε αδυναμίες. Γι’ αυτό και φωνάζει στα μέλη της «βοήθησε τον εαυτό σου».

 

Εδώ, στην Ελλάδα, βρωμάει ο τόπος από καλούς ανθρώπους με καλές προθέσεις. Βρωμάει ο τόπος από σωτήρες. Κι όλοι θέλουν να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους. Αυτό βέβαια, το «βοηθάτε αλλήλους», μου θυμίζει λίγο την πολιτική charity μεγάλου καναλιού, και σίγουρα προέρχεται από μια κοινωνία νοτιοανατολικά μας…

Οι Άγγλοι είναι πιο ειλικρινείς. Κανένας δεν μπορεί να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του, αν αυτός ο συνάνθρωπος δεν θέλει να βοηθήσει τον εαυτό του. Αυτό το ο καθένας τη δουλειά του και το mind your business, είναι αληθινό.

Φίλε, καλέ μου φίλε… φίλε των πολλών ετών ή του ενός μήνα… φίλε του φουμπού και παλιά ερωμένη. Δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Ούτε να σας αλλάξω. Ούτε ν’ αλλάξω τον κόσμο. Αν θέλετε κάτι να βελτιωθεί, πρέπει ν’ αλλάξετε τον εαυτό σας και τον τρόπο που βλέπετε τον κόσμο. Κι ίσως τα καταφέρετε! Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Εσείς…

Help yourselves!