Πάντα έρχεται μια στιγμή που δεν μπορώ να της επιβληθώ. Έτσι ορίζω την τελειότητα μου. Ξέρω ότι θέλουν να με ξεγελάσουν με το να μου επιβάλλουν ένα ιδανικό για να το λατρέψω, και έτσι να χάσω την πίστη μου στα όμορφα πελάγη της ψυχής μου. Όμως δυστυχώς δεν θα τους κάνω την χάρη. Θα συνεχίσω να χλευάζω τα μοντέλα τους που μοιάζουν με κενά κουτιά έτοιμα να γεμίσουν με θλίψη.

Δημιουργώ από τα λάθη και τις κακές στιγμές μου για να μπορώ να εξορύσσω ιστορίες έτοιμες να ικανοποιήσουν την περιέργεια. Και μιας και μίλησα για περιέργεια, τα ξέρω όλα για την γειτόνισσα. Νιώθει πλήξη και μοναξιά. Έτσι αποφάσισα να της βρω άντρα. Τον Τάκη τον μπεκρούλιακα όπως τον αναφωνώ για να τον πειράξω. Άνθρωπος μάλαμα. Από τις λίγες ψυχές. Την είχε ψυλλιαστεί με τον Μακάριο και την έκανε μια πρωία για Λονδίνο. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια και ο Τάκης είναι ακόμα εδώ με την Οδύσσεια στην πλάτη του. Και τι δεν πέρασε. Μέσα σ’ ένα στροβιλισμό πραγματικότητας και φαντασίας μου έθεσε αιώνια ερωτήματα. Έρωτας, λεφτά, γυναίκες, θάνατος, τζόγος, δουλειά και εγώ πάντοτε διψασμένος να χορταίνω την κάθε λεπτομέρεια.

Η πτώση έρχεται σιωπηλά. Το μυαλό νογάει το τέλος και προσπαθεί να τα ταιριάξει κομψά για λίγη ανακούφιση. Όχι, δεν λυπάμαι καθόλου. Θα ήταν προσβολή. Αντίθετα, προσπαθώ με τον τρόπο μου, να δώσουν το κάτι παραπάνω από τον εαυτό τους, γιατί ξέρω ότι μπορούν. Το βλέπω στα μάτια τους. Ψοφάνε για ίντριγκες.