Τι μπορεί να σου φέρει η ώρα; Τι μπορεί να σου φέρει μια εκδρομή, μια βόλτα, μια μέρα ανοιξιάτικη που βάλθηκες να τιμήσεις μην πάει γρουσουζιά; Ένα απλό πέρασμα έξω από ένα σπίτι, γιατί αποφάσισες να πιστέψεις λόγια, με τα οποία θα γελούσες μια άλλη στιγμή;

Πολλά! Πάρα πολλά! Που όταν γυρίσεις στη ζωή σου και τα ξανασκεφτείς, πάλι δεν θα τα πιστέψεις. Τον εαυτό σου μόνο θα θυμηθείς σαν σε όνειρο να τα ζει. Τρίτος. Παρατηρητής. Κι όμως λίγες ώρες έφτασαν για να το κάνεις το ταξίδι κι ύστερα, όπως απότομα αναχώρησες, έτσι επέστρεψες, με ένα άγγιγμα ανεξίτηλο πάνω σου. Δεν είναι πολύτιμοι αυτοί που μπορούν και αφήνουν το άγγιγμά τους, ένα μικρό μα ξεκάθαρο αποτύπωμα, που περίτρανα αποδεικνύει το πέρασμά τους από τη ζωή σου; Τίποτα άλλο δεν μπορείς να περιγράψεις που να σε συνδέει μαζί τους. Μόνο αυτό το άγγιγμα έχεις, τη φωνή τους, μια ιστορία λίγο απίστευτη, ή τίποτα. Μόνο τη ζωή που λες και καίει πιο δυνατά μέσα τους.

Την Ασημίνα του σφουγγαρά, την ξεσυνερίστηκε ο χρόνος. Φθόνησε την ομορφιά της κι ας ήταν δική του απ’ την αρχή. Πλακάκια τα ‘κανε με το θάνατο, τον έπεισε να αργήσει. Να προλάβει ο χρόνος να τη χαλάσει εκείνη την ομορφιά, να την τσακίσει, να μην αφήσει ίχνος της, τίποτα να μην του δώσει να το περάσει στην αιωνιότητα. Εκείνη τώρα μετράει τη ζωή της μέχρι εκεί που μπορεί να την πει. Έτσι αισθάνθηκα. Αυτό σκέφτηκα καθώς την άκουγα να μου μιλάει. Διαλέγει είπα κάθε φορά τα κομμάτια της, διαλέγει και τον άνθρωπο που θα τα μοιραστεί, να τα αναστήσει. Καλά αν κοιτάξεις, θα τη δεις την ομορφιά, επώδυνα κρυμμένη κάτω από το πέπλο των γηρατειών, ειδικά όταν κι η ίδια συνεπαίρνεται από τη φωνή της, απ’ τη ζωή της και το μάτι της ξαναβρίσκει εκείνο το φως το λαμπερό. Τότε, για στιγμές νικιέται ο χρόνος που νομίζει πως νικά κι η Ασημίνα βρίσκει δύναμη να σιγουρευτεί πως τον έχει πατάξει. Έναν αιώνα παλεύει. Πόσο ακόμα άραγε;

Το σπίτι της στο νησί, ανοιχτό σε όλους! …και όχι! Εκείνη κάθεται στην ανοιχτή πόρτα μπροστά, τα βλέμματα όλων αιχμαλωτίζονται από το εσωτερικό, το βλέμμα το δικό της αιχμαλωτίζει εσένα. Κι αν της κάνεις, ποιος ξέρει γιατί, θα σε καλέσει μέσα, θα σου φτιάξει καφέ, Ελληνικό μέτριο, άσχετα πώς τον πίνεις, θα σου φέρει αμυγδαλωτό και θα σου επιτρέψει να χαζέψεις τα έπιπλα τα σκαλιστά, τις λιγοστές φωτογραφίες, τις γκραβούρες, τα εκατοντάδες αντικείμενα χρηστικά και μη, σαν σε μουσείο βαλμένα, το καθένα με την ιστορία του.

Αμέτρητες οι ιστορίες στο νησί, που συνδέονται με το όνομά της, μερικές, μύθοι πια. Αυτό ήξερα για την Ασημίνα, αυτό με έφερε στην πόρτα της. Της χαμογέλασα χωρίς να ρίξω ματιά στο σπίτι. Μου έκλεισε το μάτι. Στο πεζούλι το ασπρισμένο, δίπλα στην καρέκλα της, ένας καφές, ένα τασάκι, ένα τσίγκινο κουτί πουράκια, ένα κουτάκι σπίρτα κι ένα εργόχειρο, το τελευταίο για ξεκάρφωμα, ζήτημα αν είχε κάνει πάνω του τρεις βελονιές, δεν είναι για εργόχειρα η Ασημίνα του σφουγγαρά!

Με κάλεσε μέσα. Τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά από το πουράκι, το ακούμπησε στο τασάκι και σηκώθηκε με νεύρο από την καρέκλα της, χωρίς κόμπιασμα του κορμιού, χωρίς μορφασμό, δεν της πρέπουν οι μορφασμοί της Ασημίνας. Χάθηκε για λίγο πίσω από μια πόρτα που έκλεισε, γύρισε με τον καφέ και δυο αμυγδαλωτά, τιμή μου μάλλον. Λέξη καμιά. Ένιωθα το βλέμμα της καυτό στην πλάτη μου, καθώς περιεργαζόμουν το εντυπωσιακό δωμάτιο. Όταν την κοίταξα σα χαμένη, έκανε ένα νεύμα να κάτσω στο μεγάλο τραπέζι στο κέντρο, με ένα ελαφρύ μειδίαμα, μόνο στα μάτια της. Κάθισε απέναντί μου.

Αν διάλεγα μου είχαν πει ένα αντικείμενο, ίσως στεκόμουν τυχερή και άκουγα την ιστορία του. Θέλησα να διαλέξω μια ρυτίδα της. Ίσως αυτή του πόνου ανάμεσα στα φρύδια, ίσως τις δυο βαθιές που ξεκινούσαν από τα μάτια της κι έφταναν στα μηνίγγια. Όλες απ’ τη ζωή φτιαγμένες ήμουν σίγουρη. Καμιά απ’ το χρόνο. Πώς να τολμήσω να το πω; Πιάστηκα από το κανονάκι, το χρυσό αντρικό δαχτυλίδι για το μικρό δάχτυλο, που κρεμόταν με χρυσή αλυσίδα στο λαιμό της. Το έκλεισε στη χούφτα της. Έσφιξε τη μπουνιά της στο στέρνο της πάνω, μέχρι που ξάσπρισαν οι κόμποι, άδειασαν από αίμα. Με ρώτησε πως με λένε. Το βαφτιστικό μου μόνο, είπε. Τίποτα άλλο. Κι ύστερα άρχισε να μιλάει.

Είχα περάσει το κατώφλι της με ιδιοτέλεια, ψάχνοντας για έμπνευση. Τώρα η φωνή της γέμιζε το μυαλό μου και έμοιαζε να μην χωράει πουθενά.

Όταν έγειρε για τα καλά ο ήλιος, άναψε μια λάμπα πετρελαίου, παρότι το σπίτι είχε ηλεκτρικό. Έφερε τα πουράκια της απ’ το πεζούλι. Μου πρόσφερε. Δεν καπνίζω. Δεν αρνήθηκα. Το άναψα κι ένιωσα την αψάδα στη γλώσσα μου, τον καπνό στο μυαλό μου. Χάθηκε πάλι στο μέσα δωμάτιο, χωρίς να σταματήσει να μιλάει, ανεβάζοντας την ένταση της φωνής όσο χρειαζόταν, κάνοντάς τη να ακούγεται ακόμα πιο νεανική, ξαναγύρισε με δυο κεσέδες γάλα και μουσκεμένο ψωμί. Την ίδια στιγμή δυο γάτες πέρασαν το κατώφλι χουρχουρίζοντας. Έφαγαν κι ύστερα ανέβηκαν η μία στην ποδιά της κι η άλλη στη δική μου, σαν παλιοί γνώριμοι να ήμασταν, έπλυναν τις μουσούδες τους ως όφειλαν, κούρνιασαν και κοιμήθηκαν. Είδα την Ασημίνα που χαμογέλασε κοιτώντας τα ζώα της, που επιβεβαίωναν την επιλογή της και εμπιστεύονταν την ξένη που είχε ξεμείνει σπίτι τους.

Όταν σκοτείνιασε για τα καλά, ξανασηκώθηκε. Άφησε τη γάτα απαλά στο ντιβάνι, πήρε και τη δική μου από τα πόδια μου, την έβαλε δίπλα στην άλλη. Ένιωσα απότομα ψύχρα, η θέρμη του ζώου μου έλειψε. Έφερε μπουρεκάκια και κόκκινο κρασί. Χωρίς να σταματήσει να μιλάει. Ανάσες έπαιρνε μόνο βαθιές και μικρές μπουκιές, μια γουλιά και ξανάπιανε τον Ανέστη της, τα σφουγγάρια, τις αγωνίες, τους θανάτους, τους παράλυτους, τον έρωτα, τα γράμματα που λάτρευε, την Ύδρα, την Αθήνα, το τρικάταρτο από την Ιταλία, που έκλεισε το λιμάνι, τα δίδυμα, τον τοκογλύφο…

Πιάστηκε η ανάσα μου, γιατί είχα ακούσει πολλά γι αυτή την ιστορία με τον Λισμάνη τον τοκογλύφο, τσάμπα η καταγωγή, έφτυσε στη μνήμη του η Ασημίνα. Είχε βαλθεί να τους καταστρέψει, μα είχε με το κεφάλι ανοιγμένο στα δυο βρεθεί, στο υπόγειο του σπιτιού του, που κανόνιζε τις βρομοδουλειές του. Ήταν ευτυχώς μια νύχτα, που ο Ανέστης της ήταν φευγάτος στην Αθήνα, να βρει λύση, να προλάβει την καταστροφή. Διαφορετικά, όλοι αυτόν θα σκέφτονταν για το φονικό. Μα ήταν χιλιόμετρα μακριά, με χίλιους μαρτύρους. Και το μυαλό τους δεν πήγε παραπέρα. Σαν να το είπε λίγο με παράπονο η Ασημίνα. Σαν να της κακοφάνηκε που δεν την είχαν κρίνει ικανή για το κακό. Ήταν βλέπεις βίαιο πολύ, στα δυο κομμένος!

Τα μάτια της γυάλιζαν λίγο απ’ το κρασί, λίγο από το φως της λάμπας, λίγο από την έξαψη της θύμησης. Άσπρο-μαύρο είναι τα περισσότερα στη ζωή, μου είπε. Τα φέρνει έτσι η ριμάδα και επιλογή δεν έχεις. Μονόδρομος. Μα το κάνει έτσι που δεν μετανιώνεις. Στιγμή!

«Γυναικουλίστικα» πράγματα οι τύψεις. Δεν της ταιριάζουν της Ασημίνας του σφουγγαρά!

Τότε όμως ήταν που έπαψε να μιλάει, για πρώτη φορά. Με κοίταξε καλά-καλά, προσπαθώντας ίσως να καταλάβει αν είχα πιστέψει τις κουβέντες μιας γριάς, ή τις είχα περάσει για αποκύημα μιας φαντασίας γηραλέας, για παραλήρημα. Αν είχα σοκαριστεί, ή αν χλεύαζα τα ξεμωράματά της. Δεν χλεύαζα. Δεν της ταιριάζει η χλεύη της Ασημίνας.

Αναρωτήθηκα μόνο αν την είχε ξαναπεί την ιστορία της μέχρι το τέλος. Κάτι μου έλεγε πως αυτή ήταν η τελευταία μάχη με το χρόνο που κέρδιζε έδαφος. Ναι, μετρούσε τη ζωή της μέχρι εκεί που μπορούσε να την πει και τώρα την έλεγε μέχρι το τέρμα. Είχε βρει πάλι τρόπο, έστω για λίγο, να τον νικήσει το χρόνο. Να τον πατάξει. Έναν αιώνα πάλευε. Πόσο ακόμα, άγνωστο! Μα η μάχη αυτή δική της!

Δυο μέρες μετά, χάζευα τη φλόγα του κεριού, το φως της Ανάστασης που κουβαλούσα, αδύναμη στην κορυφή του, να τρεμοπαίζει με το αεράκι, να φτάνει στο θάνατό της, να πασχίζει και να ξαναγεννιέται, χωρίς το χέρι μου για προφύλαξη και με το κερί στυλοβάτη της ύπαρξής της, μαχητή για τη ζωή της. Άθελά μου σκέφτηκα την Ασημίνα και τρόμαξα λίγο. Τούτο το αδύναμο πολλές φορές τρεμόπαιγμα, η φλόγα που ενίοτε νικιόταν, δυνάμωνε πάλι, όρθωνε το ανάστημά της στον αέρα, στο οξυγόνο της, κατέτρωγε το κερί, έλιωνε σαδιστικά το σώμα του θυσία στη λάμψη της.

«Άσπρο-μαύρο είναι τα περισσότερα…». Το γκρι δεν της ταίριαζε της Ασημίνας του σφουγγαρά! Κι η ίδια η ζωή, μονόδρομος!

 

Η Μαίρη Μανδάλη είναι Συγγραφέας και Πολιτικός Μηχανικός

Facebook:Μαίρη Μανδάλη

Facebook Page:Το φως των πλάνων αστεριών • Μαίρη Μανδάλη

http://www.vassosotiriou.gr/%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%B7/