Τράβηξα γραμμή δανεική,

να ζωγραφίσω τα όριά μου.

Σχημάτισα ένα κύκλο με περίμετρο μισή,

κι έκρυψα μέσα τη καρδιά μου.

 

Κι ύστερα έκλεισα τα μάτια.

Kι όπως στεκόμουν στη μέση του κύκλου,

σήκωσα το κεφάλι ψηλά.

Μα τα μάτια μου ακόμα κλειστά.

 

Το φως με τύφλωνε.

Κι έσφιξα τα χέρια πιο πολύ

με τόση αγωνία!

Να μην αφήσω ούτε σταλιά αχτίδας

να περάσει μέσα απ’ τα δάχτυλα.

 

Ούρλιαξα δυνατά.

Σα να ‘θελα να με ακούσεις

τόσα χιλιόμετρα μακριά.

 

Κι όταν με άκουσες τυχαία,

σα κρότο από μπαλόνι

που σκάει δίπλα σου

σ΄ έναν περίπατο,

εγώ είχα κιόλας ξεψυχήσει.

Πόσο άργησες ζωή μου.

Κι έσβησε η γραμμή,

η δανεική.