Υπάρχουν μερικές λέξεις που τις αγαπώ. Αγαπώ το πώς γράφονται. Αγαπώ το πώς ακούγονται. Αγαπώ το τι σημαίνουν κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μα κυρίως τις αγαπώ γιατί σημαίνουν πολλά για μένα. Γιατί είναι λέξεις «γεμάτες».

Μια από αυτές είναι η λέξη «δάσκαλος».

Η μνήμη παίζει συχνά περίεργα παιχνίδια και κάνει επισκέψεις πολλές φορές απρόσκλητη. Σ’ εμένα την πιο ηχηρή της παρουσία δεν την κάνει εξαρχής με εικόνες αλλά με λέξεις. Σήμερα,  με αφορμή την 5η Οκτώβρη ως Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών η μνήμη κάνει μια ακόμη επίσκεψη.

Θυμάμαι κάτι πρωινά καλοκαιριού, ζεστά, με έναν ήλιο καθαρό που σου καίει το πρόσωπο. Ήμουν μικρή. Δημοτικού μαθήτρια ή και πιο μικρή. Στο χωριό κατέβαινα με χαρά τις σκάλες και βρισκόμουν στον κήπο με τις τριανταφυλλιές, τα κολοκυθάκια και τους ήλιους. Κι εκεί ανάμεσα σε τόσα χρώματα , καθόμουν κάτω από τον ίσκιο του πρεβαζιού με τον παππού μου. Ο παππούς μου ήταν δάσκαλος κι είχε όλα τα αναγνωστικά τα παλιά και τα σύγχρονα. Αυτά ήταν τα «ευαγγέλιά» του.

Κι εκείνα τα καλοκαίρια παίρναμε τα «ευαγγέλια» και το ανθολόγιο της πρώτης δημοτικού, το πρασινωπό με τα χρωματιστά λουλουδάκια και την πεταλούδα και διαβάζαμε ιστορίες ώρες ολόκληρες.  Και μ’άρεσαν οι ιστορίες όπως τις έλεγε ο παππούς γιατί τις μετέφερε με τα μάτια του, με τις κινήσεις και τη φωνή του. Γιατί ήταν δάσκαλος με μια αύρα μαγική. Νομίζω ότι έτσι αγάπησα τα καλοκαίρια. Όχι για τη θάλασσα και τα κάστρα στην άμμο, αλλά για τις καλοκαιρινές ιστορίες του δάσκαλου παππού.

Κάποιες άλλες φορές θυμάμαι τους δασκάλους στα θρανία και τα έδρανα από τα οποία πέρασα. Θυμάμαι την κ. Ανθή. Όνομα και πράγμα. Πάντα χαμογελούσε γι’αυτό δεν μπορούσαμε να μετράμε τις μέρες! Με το χαμόγελο της κ. Ανθής ήταν όλες οι μέρες φωτεινές, όλες οι μέρες ζωντανές. Κι ήταν κι εκείνη μια δασκάλα γεμάτη υπομονή και επιμονή. Να μας μάθει πράγματα όχι απλώς να μας τα πει. Κι αν την ξεχωρίζω λίγο είναι γιατί αγαπώ τις λέξεις. Και μ’ εκείνη τις έμαθα να τις γράφω. Κι αναγνωρίζω ότι είχα μεγάλη τύχη στα μικράτα μου.  Ήρθαν στο δρόμο μου κι άλλοι άνθρωποι φωτεινοί σαν κι εκείνη, κι άλλοι δάσκαλοι.

Κι άνθρωπος φωτεινός αυτού του είδους είναι και η μητέρα μου. Εκπαιδευτικός εν ενεργεία. Μένει εκεί όρθια παρόλα τα πλήγματα στην εκπαίδευση. Κι αλήθεια σας το λέω, δεν ξέρω πώς το κάνει. Και το λιγότερο που χρωστάω σ’ εκείνη είναι ο… γραφικός μου χαρακτήρας.

Κι η τύχη μου έχει συνεχιστεί μέχρι σήμερα. Έχω περάσει από πολλά θρανία και έδρανα. Κι από επιλογή μου θα συνεχίσω να «ταξιδεύω» με αυτό τον τρόπο ελπίζοντας πάντα να συναντώ ανθρώπους φωτεινούς.

Κι όπως είναι φυσικό, η μνήμη έκανε την επίσκεψή της και έφερε μαζί της νοσταλγία.  Και με νοσταλγία θυμάμαι όλους εκείνους τους δασκάλους για τους οποίους πρέπει κοινότοπα το «δ» να είναι κεφαλαίο. Γιατί πρέπει πάντα να θυμόμαστε και να αναζητούμε ανθρώπους που δίνουν άλλο νόημα στις αγαπημένες μας λέξεις.