Έχω μια ομπρέλα. Μεγάλη. Πολύχρωμη. Που την έφτιαξα μόνη μου. Έτσι για να χει λόγο να παινεύεται το εγωκεντρικό «εγώ» μου. Τη στριμώχνω πάντα πίσω απ’ το δεξί φύλλο της ντουλάπας. Να κρύβεται μές στα παλτό και τα φουστάνια.

Ποτέ στο αριστερό. Για να μην χάνω τον έλεγχο….

Ποτέ μπροστά απ’ τα παλστό. Για να χω πάντα τη ρίγη της «δήθεν» αγωνίας πως ίσως να μην τη βρώ ποτέ…

Και τελευταία στιγμή ν’ απολαμβάνω το ανακουφιστικό ναδίρ που προσφέρει η ασφάλεια της κατοχής. Η όψη του «ανήκειν».

Κάθε πρωί που ξυπνάω, τραβάω με αγωνία τις κουρτίνες και κοιτάζω τον ουρανό. Είναι μέρες που περιμένω να βρέξει για να την ανοίξω και να βγώ στο δρόμο. Μα κάθε μέρα έχει ήλιο. Κι έτσι απογοητεύομαι. Μα ποτέ δεν το βάζω κάτω. Ντύνομαι, αρπάζω την ομπρέλα και πετάγομαι έξω. Πατάω εκείνο το μαγικό κουμπάκι που τη μεταμορφώνει από αναπηρικό δεκανίκι σε υπερπροστατευτική σκεπή. Και κλείνω τα μάτια. Κάνω τον ήλιο σύννεφο, το γαλάζιο γκρί και τη ζέστη βροχή. Κι έτσι περπατάω, αφήνοντας έναν αμφιθυμικό Απρίλιο να εκπέμπει σε ρυθμούς Δεκεμβρίου.

Μα μοιάζει να μη με νοιάζει που η ζωή μου χοροπηδά σαν σε σκιά  κύκλικής διαμέτρου. Ολα ηχούν προβλέψιμα. Όλα μυρίζουν οικεία.

Τα βήματα……,σταθερά, διακριτικά, με τον φοβικό διασκελισμό να φλερτάρει το άλμα.

Το βλέμμα…..,δυο μάτια να μιλάνε κι ένα στόμα να παρατηρεί τις σκέψεις του μυαλού.

Φωνή;………, Ποιά φωνή; Το ουρλιαχτό του «μέσα»; Ή μήπως τον ψίθυρο του «έξω»;

 

Νομίζω πως κουράστηκα να κρατάω συνέχεια την ίδια ομπρέλα. Πόνεσε το χέρι μου. Μα το χειροτερο είναι πως λαχάνιασα ν’ «ασελγώ» στο μυαλό μου κάθε φορά που μια ακτίνα ήλιου μπλέκεται προκλητικά στις αιχμές  της τάχα απεριόριστης μα τόσο καλά περιχαρακωμένης ευελιξίας μου.

«Να μην ξεχάσω να πάρω ομπρέλα, γιατί αν βραχώ;

Να μην ξεχάσω να πάρω παλτό, γιατί αν κρυώσω;

Να μην ξεχάσω να γυρίσω το κεφάλι, γιατι αν δώ;

Να μην ξεχάσω ν’ αγγίξω με τοπική αναισθησία, γιατι αν νιώσω;

Να μην ξεχάσω να κλειδώσω τρείς φορές:Την πόρτα, τ’ αμάξι, εμένα,

γιατί αν μπεί κανείς;

Ίσως να μη ξέρω αν θα έχω αλλεργία στις ληστείες. Ίσως και κάπου βαθιά μέσα μου vα τις μπερδέψω με χάδι..»

 

Κι έτσι μια τυχαία μέρα θα ξυπνήσω. Θ’ ανοίξω  το παράθυρο και θα κοίταξω τον ουρανό. «Επιτέλους βροχή» θα μου ψιθυρίσει απαλά στ’ αυτί η παλιά μου ανάσα. Μα εγώ θα κλείσω τ’ αυτιά. Θα βάλω γυαλιά ηλίου κι εκείνο το μεγάλο ψάθινο καπέλο που αγόρασα στις διακοπές και θα βγώ  στο δρόμο.  Και θα γελάω που το άσπρο μακό μπλουζάκι μου θα έχει μια μικρούλα τρύπα κάτω απ’ τη μασχάλη. Και δε θα με νοιάζει που περπατώντας ατσούμπαλα θα   σκοντάφτω σε δρόμους με πέντε διαδρομές.

Αφού θα ξέρω…..

Πως όπου και να πάω θα ναι ήλιος.

…………………………………………..

Κι ας άργησα να βγάλω το δεξί πόδι απ’ τ’ αριστερό παπούτσι.

………………………………………

Αφού θα ξέρω……..

Πως όπου και

να πάω θα ναι φώς..

 

H Βένια Κωστοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου του 1983. Αποφοίτησε απ’ το τμήμα Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου το 2005.  Από το 2007 ζει στα Χανιά. Μέχρι σήμερα έχει αναμειχθεί αρκετά με τον εκπαιδευτικό κλάδο ως καθηγήτρια αγγλικών κι ελληνικών, ενώ απ’ το 2008 εως το 2009 ασχολήθηκε με τη διδασκαλία μαθημάτων ψυχολογίας σε ιδιωτικό ΙΕΚ της περιοχής. Τα τελευταία δυο  χρόνια ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο.”