Πόσο άσχημο πράγμα είναι η αδιαφορία. Πόσο σκληρή και δειλή κίνηση η εγκατάλειψη.

Μάθανε όλες οι απερ-κλας κυρίες πως είναι πρόσφορο για την εικόνα τους, για το prestige τους ρε παιδάκι μου, πως είναι της μοδός τέλος πάντων να ‘χουν σκύλο. Και καβάλησαν τις τζιπάρες τους σε παροξυσμό κατευθυνόμενες στο πιο κοντινό τους  pet shop για να αποκτήσουν το πιο ιν κομμάτι της σεζόν. « Ένα ακόμα αξεσουάρ,» θα μονολόγησαν γυρνώντας σπίτι, «όπως το ρόλεξ μου, η λουι-βουιτόν μου και τα χρυσοποίκιλτα έπιπλα μου από την Αφρική.» Ύστερα, θα έπιασαν το τηλέφωνο και θα πληκτρολόγησαν με κινήσεις όμοιες ταχυδακτυλουργού το νούμερο του μαγαζιού απ’ όπου προμηθεύτηκαν το αξεσουάρ τους.

– Ναι γεια σας, είμαι η κυρία Χ, να σας ρωτήσω, το σκυλάκι είναι σίγουρα μάρκας…εε με συγχωρείτε, ράτσας ήθελα να πω, γιατί εμείς εδώ ξέρετε κύριε Γιάννη μου με απομιμήσεις και μπάσταρδα δεν τα πάμε καθόλου καλά.

Θα έσπευσε ο κύριος Γιάννης να την καθησυχάσει για την άλφα άλφα ποιότητα του εμπορεύματος του και θα της έκλεισε το τηλέφωνο με ευγένεια και σεβασμό όπως αρμόζει σε μια κυρία.

Καθησυχασμένη πλέον η κυρία θα του έδινε κάποιο ιν αγγλόφωνο πάντα όνομα και θα το περιέφερε σε κάθε εκδήλωση, πάρτυ, βόλτα, μάζωξη με επιδεικτική υπεροψία. Μέχρι που κάποια απ’ όλες τις σκυλούδες φίλες της, πνιγμένη από αγανάκτηση, θα της αποκάλυπτε πως πέρασε η μόδα και ο μικρός είναι πλέον οφ σίζον, πως είναι πολύ μεγάλος και γαυγίζει δυνατά, άσε που δεν χωράει σε τσάντα. Και πού πας την σήμερον ημέρα χωρίς σκυλί στην τσάντα χρυσό μου. Πού την είδατε την κυρία! Ντροπιασμένη αυτή τη φορα καβάλησε την τζιπάρα της και πήγε ολοταχώς σπίτι να εναποθέσει την εξαφάνιση του σκύλου στον μετανάστη κηπουρό της. Ναι, ναι, μάλιστα, αυτόν τον ανασφάλιστο. Και πήγε ο κακομοίρης τούτος δω, αυτός ο ίδιος που το τάισε, το ‘παιξε, αυτός ο μόνος που το αγάπησε, και το άφησε στο βουνό λίγο πιο πάνω από την βιλάρα της κυρίας. Και  έτσι όπως πήρε το δρόμο του γυρισμού, δάκρυα τρέξανε από τα μάτια του ακούγοντας το κλάμα του σκύλου και δεν ήξερε αν έκλαιγε για κείνον ή για τον ίδιο του τον εαυτό. Στην εποχή των μαλτέζ, βλέπεις, άνθρωποι και ζώα έχουν την ίδια τύχη.

Κοίτα να δεις. Έχουμε γεμίσει ψωροφαντασμένους που με τον καθωσπρεπισμό και τα πλούτη τους νομίζουν πως κερδίζουν τον τίτλο του πολιτισμένου. Έλα όμως που πολιτισμός δεν είναι τα ακριβά ρούχα και τα αυτοκίνητα, ούτε οι γλειώδεις απομιμήσεις μιας ευγένειας βικτοριανής εποχής. Πολιτισμός είναι η κουλτούρα, η παιδεία, η γνώση και η εμπειρία που μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά. Πολιτισμός είναι να συμπονάς τον αδύναμο, τον αδικημένο. Ακόμα περισσότερο, πολιτισμός είναι να τον σέβεσαι και να πολεμάς γι’ αυτόν σαν να το ‘κανες για σένα. Δικαίωμα χωρίς υποχρέωση δεν υπάρχει κι αυτό ο νεοέλληνας μέσα στον πολιτισμό της αδιαφορίας του το ‘χει ξεχάσει.

Δεν πάει πολύς καιρός που ένα μικρό εγκαταλελειμμένο πλασματάκι μπλέχτηκε και στα δικά μου πόδια, ένα όμορφο απόγευμα, καθώς γυρνούσαμε με το φίλο μου από τη θάλασσα. Του δώσαμε ένα σπίτι, ένα πιάτο φαΐ και πολλή, πολλή αγάπη κι εκείνο με τη σειρά του μας έδωσε ένα μάθημα ζωής. Μας έδειξε πως αγάπη είναι να σε ξυπνάνε μέσα στη νύχτα από το κλείσιμο της πόρτας  κι εσύ να βγαίνεις μισοκοιμισμένος αλλά χαρούμενος από το σπιτάκι σου, με την ουρά σου κουνιστή κουνιστή με ένα ύφος που να λέει «δεν πάει στα κομμάτια ο ύπνος, αρκεί που είσαι εδώ». Αγάπη είναι να περιμένεις ευλαβικά έξω από την πόρτα κάθε φορά που ακούς βήματα και να σφίζεις από ευτυχία. Αγάπη είναι να τρέχεις να προλάβεις να διασχίσεις το δρόμο, μην υπολογίζοντας τη ζωή σου, για μία μόνο αγκαλιά. Αγάπη είναι να χτυπάς τη μουσούδα σου σ’ ένα ζευγάρι κινούμενα πόδια καθώς περπατάς κοντά τους, για να μην τα χάσεις απ’ τα μάτια σου. Αγάπη είναι ανιδιοτέλεια. Αγάπη είναι φροντίδα. Αγάπη είναι αυταπάρνηση. Αγάπη είναι αφοσίωση. Για όλα αυτά Σ’ΑΓΑΠΩ!!