Ο παλιός μύθος σκορπούσε τον τρόμο στο χωριό και την γύρω περιοχή για πολλές δεκαετίες. Το μέρος που φύτρωναν τα άγρια ρόδα στο ποτάμι, απέπνεε όλη την αγριάδα του θανάτου και μια ψυχή που δεν είχε βρει αναπαμό…

Δεν είχε πάει σε όλα τα μέρη που αναφέρονταν στο βιβλίο του. Την είχε αφήσει τελευταία τούτη την ιστορία, θέλοντας να μάθει τις λεπτομέρειές της από τον ίδιο τον τόπο και τους κατοίκους του, γνωρίζοντας μόνο πως συνδεόταν και ο ίδιος με το χωριό κι ας μην είχε γεννηθεί εδώ, νιώθοντας χωρίς να ξέρει γιατί, πως εδώ, όφειλε να ‘ρθει.

Καθώς περπατούσε με δυσκολία, ακροβατώντας στις λειασμένες από το νερό πέτρες της όχθης του ποταμού, φιλτράριζε την εισαγωγή που μόλις εκείνο το πρωί είχε ολοκληρώσει, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόταν αν είχε κάνει έξυπνα να κατέβει ως εδώ μονάχος του τέτοια εποχή. Τα ποτάμια είναι πάντα ύπουλα την άνοιξη.

«…Οι περισσότεροι βέβαια μύθοι αφορούν σε πραγματικά γεγονότα, δραματουργικά δοσμένα με πινελιές από την ντόπια παράδοση… Εντυπωσιακό δε είναι, πόσο κοινές είναι οι ιστορίες σε διάφορα σημεία του πλανήτη κι όμως τόσο διαφορετικές κάτω από το πρίσμα της τοπικής κουλτούρας…», κάτι δεν του άρεσε. Έπρεπε σίγουρα να το δουλέψει κι άλλο.

Ένας τεράστιος βράχος μπροστά του έκλεινε το δρόμο. Θα έπρεπε να σκαρφαλώσει, αν ήθελε να φτάσει στο μέρος που ο μύθος λέει πως φύτρωναν τα άγρια ρόδα…

«Η ομορφιά της ήταν τόση που μπορούσε μόνο να συγκριθεί με τα άγρια λευκά τριαντάφυλλα που φύτρωναν σε μια στροφή του ποταμού, ένα μέρος που δύσκολα πάταγε άνθρωπος χωρίς να κινδυνεύσει να παρασυρθεί από τα νερά. Για εκείνη αυτό ήταν το καταφύγιό της.

Την κούραζαν οι άνθρωποι του χωριού! Η μάνα της που ονειρευόταν τύχη αντάξια της ομορφιάς της κόρης της, πιο πολύ για τον εαυτό της, λιγότερο για το παιδί της, οι προξενήτρες που στα κρυφά μαλλιοτραβιόντουσαν -γιατί πολλά τους έταζαν έτσι κι έκλειναν τη δουλειά- και στα φανερά, από κοντά την είχαν, της πιλάτευαν το μυαλό μην τυχόν και διαλέξει λάθος, οι άντρες, νέοι και μεγαλύτεροι, με τα βλέμματα τα αδηφάγα, οι γυναίκες με τα βλέμματα τα φαρμακερά.

Εκεί στο ποτάμι, ειδικά την άνοιξη και το καλοκαίρι, που γέμιζε ο τόπος ευωδιαστά ρόδα, ένιωθε μόνο ελεύθερη, αληθινά ευτυχισμένη. Πάντα στα λευκά ντυμένη, περνούσε ώρες μαζί με τα λουλούδια της. Τους μιλούσε, τους διάβαζε, έλουζε τα μαλλιά της στο νερό που μοσχοβολούσε, καθάριζε τον τόπο από τα αγριόχορτα χωρίς ποτέ να κόβει ούτε ένα λουλούδι, χωρίς ποτέ αυτά να την πληγώνουν με τα αγκάθια τους. Αλαφροΐσκιωτη, είχαν αρχίσει να τη λένε, χαρά μάλλον της έδινε αυτό, παρά λύπη, ίσως έτσι γλίτωνε από την τυραννία της ομορφιάς της.

Και είχε αρχίσει να πιστεύει πως μόνο τα ρόδα άξιζαν την αγάπη της, μέχρι τη μέρα που εκείνος κατέφθασε στο χωριό. Από πού κράταγε η σκούφια του Σωτήρη Μαυρέα, κανείς δεν ήξερε, κανείς δεν πήρε απάντηση, κι ας έπεσαν πάνω του οι προξενήτρες που ανησύχησαν πως θα τον έχαναν τον πόλεμο μια και καλή. Μερικές τον φοβήθηκαν κιόλας. Ήταν, όχι παιδαρέλι, καμιά τριανταπενταριά, και όμορφος χωρίς αμφιβολία, μα με κάτι το απόκοσμο στην όψη του. Σαν τον κοίταζες καλά, έβλεπες πως το ένα του μάτι ήταν γαλανό και τ’ άλλο πράσινο. «Μη χειρότερα!» σταυροκοπήθηκαν, αδυνατώντας να το πουν καλό οιωνό, μήτε κακό.

Ο Μαυρέας φυσικά θαμπώθηκε από την ομορφιά της κοπέλας των ρόδων και χωρίς ίχνος δισταγμού της ζήτησε να τη δει. Την πρώτη μάλιστα φορά την επισκέφθηκε στο σπίτι της, ζητώντας από τη μάνα της την άδεια να τη βλέπει συχνά και επίσημα. Τη δεύτερη, της έφερε ένα λευκό τριαντάφυλλο και της ζήτησε να τον συναντήσει κρυφά στο ποτάμι, εκεί που φύτρωναν τα άγρια ρόδα, εκεί που την είχε πρωτοδεί να λούζεται. Τόση ήταν η ευτυχία της, που δεν κατάλαβε πως το τριαντάφυλλο ήταν απ’ τα δικά της. Τόσο την είχε μεθύσει η δική του μυρωδιά του έρωτα, που δεν αναγνώρισε τη δική της, κομμένη στα χέρια της.

Στο τρίτο ραντεβού βρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί στη στροφή, που έβρισκε ο ήλιος πέρασμα ανάμεσα στα δέντρα και θέριευε τα ρόδα, τη φίλησε με πάθος. Εκεί αφέθηκε ξεδιάντροπα στην αγκαλιά του, εκεί ένιωσε το κορμί του στο κορμί της, εκεί ψιθύρισε το όνομά του. Εκεί πέρασε το μαχαίρι του βαθιά στο λαιμό της, φωνάζοντας πως τέτοια ομορφιά δεν είναι του Θεού και πρέπει να ξεπαστρεύεται, εκεί τινάχτηκε το αίμα ζεστό, έβαψε το λευκό της φόρεμα, έβαψε και τα τριαντάφυλλα. Εκεί, με το ίδιο μαχαίρι ο Σωτήρης έκοψε όσα μπορούσε κι έτσι βαμμένα με το αίμα της και το δικό του από τα φονικά τους αγκάθια, γέμισε την αγκαλιά της κι ύστερα έσπρωξε το άψυχο κορμί της στο ποτάμι.

Σε όσα τριαντάφυλλα γλίτωσαν το μαχαίρι του και τη μανία της μπότας του, ο ήλιος έκανε το αίμα, σκουριά. Μαράθηκαν, θρυμματίστηκαν, μόλις εκείνη χάθηκε στο επόμενο στρίψιμο του ποταμού.

Το κορμί της δεν βρέθηκε ποτέ. Εκείνος γύρισε στο χωριό, κανείς δεν ήξερε πως ήτανε μαζί, κανείς δεν φανταζόταν, βγήκε με τους υπόλοιπους να την ψάξει, έκλαψε γοερά για τη χαμένη του αγάπη, όλοι πίστεψαν πως και το ποτάμι ακόμα τη ζήλεψε την αφύσικη την ομορφιά της και την πήρε.

Για δεκαετίες πολλοί άνθρωποι της περιοχής φίλαγαν σταυρό πως την είχαν δει να περιπλανιέται στις όχθες, με αίμα να ρέει από το λαιμό της κι ένα λευκό τριαντάφυλλο με κόκκινες πιτσιλιές στα χέρια της!

Τριανταπέντε χρόνια μετά το χαμό της, κάποιοι είπαν πως είδαν και πάλι άγρια ρόδα στη στροφή του ποταμού. Ένας πιο ευφάνταστος ορκιζόταν πως την είδε να περνάει από πάνω τους και να τα ραντίζει με το αίμα της. Τρεις μέρες μετά, ο γιος του Σωτήρη Μαυρέα, στα τριανταπέντε του πια, βρέθηκε από χωριανούς και τον ίδιο το γέρο πατέρα του, νεκρός, με το λαιμό κομμένο, πιασμένος σε κλαδιά αγκαθωτά και βράχους, εκεί που φύτρωναν τα άγρια ρόδα. Με αίμα ποτισμένο το χώμα τους, μα ούτε ένα φυτρωμένο. Μόνο πάνω του βρέθηκε ένα μεγάλο, μισάνοιχτο μπουμπούκι, λευκό με κόκκινες πιτσιλιές.

Τρεις τέτοιους θανάτους μέτρησε το χωριό κι η οικογένεια του Μαυρέα για να αποφασίσει πως κατάρα την κυνηγούσε από γενιά σε γενιά κι έπρεπε να φύγει μακριά από το πνεύμα του ποταμού! Κι έφυγε!»

…Με το που σκαρφάλωσε στο βράχο είδε τα λουλούδια, μα δεν πίστευε στα μάτια του. Με ένα σάλτο βρέθηκε στο σημείο που φύτρωναν τα λευκά άγρια ρόδα. Έσκυψε κι έκοψε ένα. Λίγα πράγματα του είχαν πει στο χωριό. Είχε προτιμήσει πρώτα να δει το μέρος, το ποτάμι κι ύστερα να ακούσει. Τον είχαν βέβαια διαβεβαιώσει πως λουλούδια δεν θα έβρισκε και πως ο μύθος είχε από δεκαετίες ξεθωριάσει. Οι μεγαλύτεροι μάλιστα, τα παλιά τα χρόνια, ισχυρίζονταν πως από τότε που έφυγε μια καταραμένη οικογένεια από το χωριό, χάθηκε κι εκείνη. Έτσι του είχαν πει, μα δεν είχαν εξηγήσει περισσότερα, γιατί εκείνος το διάλεξε.

Τώρα κρατούσε στις ανοιχτές χούφτες του το λουλούδι σχεδόν με δέος! Ήταν το πιο όμορφο τριαντάφυλλο που είχε δει ποτέ του, σίγουρα το πιο όμορφο του κόσμου! Όχι πως θα μπορούσε να πει με περηφάνια πως είχε δει όλα τα τριαντάφυλλα του κόσμου, όμως τούτο δω φάνταζε σχεδόν αφύσικης ομορφιάς. Και- έψαξε να βρει τη λέξη- θλιβερής, γιατί ήταν ματωμένο! Γιατί βαθιές κόκκινες πιτσιλιές σημάδευαν τη λευκή σάρκα του κάθε πέταλου, λες και το λουλούδι κάποιον είχε σκοτώσει κι είχε βαφτεί με αίμα. Ανατρίχιασε! Γιατί το είχε σκεφτεί τώρα αυτό για κάτι τόσο όμορφο; Γιατί χρέωνε στο λουλούδι θάνατο;

Το πλησίασε στο πρόσωπό του και το μύρισε. Πήρε βαθιά ανάσα και ρούφηξε το άρωμα το μεθυστικό που τον ζάλισε και τον πάγωσε μαζί. Μύριζε ρόδο και αίμα! Πριν το καλοσκεφτεί, μια παρουσία έντονη δυνάμωσε τις μυρωδιές. Και των ρόδων και του αίματος…

Το πτώμα του βρέθηκε την επομένη το πρωί. Με το πρώτο φως ήξεραν πού να ψάξουν τον τριανταπεντάχρονο άντρα, με τα περίεργα μάτια, που μόλις δύο μέρες πριν είχε φτάσει στο χωριό τους, που έλεγε πως κράταγε από τον τόπο τους. Στη στροφή του ποταμού. Εκεί που φύτρωναν τα άγρια ρόδα. Βρήκαν το χώμα τους μουσκεμένο από το αίμα του, βρήκαν κι ένα λουλούδι ακουμπισμένο στο στήθος του, λίγο πιο κάτω από το βαθύ κόψιμο στο λαιμό του. Τον βρήκαν σαν από καιρό νεκρό, με τα δυο του μάτια ορθάνοιχτα, γυάλινα, τόσο αφύσικα χρωματιστά στο γκρίζο πρόσωπο…

«Ένα γαλανό κι ένα πράσινο!» κάποιος ψέλλισε κι όλοι σταυροκοπήθηκαν.

 

(εμπνευσμένο από το μύθο της Elisa Day, στη Μεσαιωνική Ευρώπη)

 

 

Η Μαίρη Μανδάλη είναι Συγγραφέας και Πολιτικός Μηχανικός

Facebook:Μαίρη Μανδάλη

Facebook Page:Το φως των πλάνων αστεριών • Μαίρη Μανδάλη

http://www.vassosotiriou.gr/%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%B7/