Οι ημέρες μου είναι μια συνήθεια, μια ρουτίνα που ασελγεί επάνω μου και κάθομαι υπομονετικά και καρτερώ το σούρουπο…

Μαριονέτα των ωρών που κυλούν αργά και τυραννικά, σαράκι φίλε … σαράκι το φως που με τρώει σαν το ξύλο.

Κοιτώ το ρολόι κάθε μισή ώρα, μου ψιθυρίζω να περιμένω.

Δεν ξέρω γιατί αλλά είμαι ερωτευμένη με τις νύχτες.

Κλείνω τα μάτια και γίνομαι ένα με αυτές, μου αφαιρώ αυτόματα κάθε δικαίωμα λύπης .

Ταξιδεύω νοητά όπου θέλω.

Αφήνω κάτω από το φεγγάρι την σάρκα μου και χαρίζω όπου θέλω το μυαλό μου.

Δεν ξεχωρίζω χρώματα, μπροστά μου βρίσκονται μόνο το μαύρο του ουρανού και το άσπρο του φεγγαριού.

Περιφρονώ επιδεικτικά εξωτερικούς παράγοντες που μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή μου από την μαγεία της νύχτας.

Φωνές δεν ακούω …

Μου μιλάς και δεν σε ακούω, βλέπω μόνο τα χείλη σου να κουνιούνται και τα φλογερά σου μάτια να προσπαθούν να μου τραβήξουν την προσοχή.

Με διεκδικείς και αφήνομαι … μια κοιτάζω τον ουρανό, μια τα μάτια σου.

Κάτι τέτοιες νύχτες που το σκοτάδι βασανίζει την σεμνότητα σκέφτομαι ότι δεν θέλω να βγω ποτέ από την νύχτα.

Θέλω να με σκοτώνω την ημέρα και να με γεννάω την νύχτα και σε κάθε τοκετό να είσαι εκεί να μου χαρίζεις τα αστέρια.

Μια μέθη νιώθω τα βράδια, μεταμορφώνομαι σε αυτό που το πρωί σας τρομάζει γιατί εσείς οι άνθρωποι κρίνετε χωρίς να έχετε μάθει να νιώθετε πρώτα.

Έξω από μένα ο κόσμος , μέσα μου η νύχτα…