Έσταξε δέκα γουλιές χλιαρό νερό στο ξύλινο μπολ, άδειασε ένα καπάκι τριμμένης σκόνης σαπουνιού – μίγμα λεβάντας, ζεστών ανθών και εσπεριδοειδών – κι ανακάτεψε προσεκτικά, για δύο λεπτά, με το ασημί πινέλο. Άπλωσε με κυκλικές κινήσεις τη σαπουνάδα στα μάγουλά του κι έμεινε για λίγο να κοιτά το Αγιοβασιλένιο πρόσωπό του στον καθρέφτη.

Αφού βεβαιώθηκε ότι τα ξανθοκόκκινα γένια του είχαν μαλακώσει, πήρε στα χέρια την παλιά fat boy του πατέρα του κι άρχισε να ανοίγει μονοπάτια στην πηχτή σαπουνάδα, κάνοντας ταυτόχρονα διάφορες περίεργες γκριμάτσες.

Όταν το ξυράφι διέσχισε και το πιο απομακρυσμένο λακουβάκι του προσώπου του, πλύθηκε με κρύο νερό, σκουπίστηκε με την κίτρινη βαμβακερή πετσέτα και σκαμπίλισε στα μάγουλά του ένα πικάντικο άρωμα κίτρου και μαύρου πιπεριού.

Μάζεψε τα σύνεργά του, τα τοποθέτησε στο ψάθινο καλαθάκι τους, τα ακούμπησε στο μαρμάρινο ράφι του νιπτήρα, και με αργά βήματα, κοιτώντας επίμονα το παλιό μαύρο μωσαϊκό, βρέθηκε στο υπνοδωμάτιο με το ανοιχτό ως τις γρίλιες ρολό.

Ξεκλείδωσε το μεσαίο φύλλο της ντουλάπας, παραμέρισε τα υπόλοιπα ρούχα και τράβηξε στο ημίφως ένα λευκό μεταξωτό πουκάμισο και το καλοκαιρινό μπεζ κουστούμι του. Από το διπλανό φύλλο, επέλεξε μια καφέ γραβάτα κι ένα ζευγάρι ασημένια μανικετόκουμπα που είχε διαλέξει για εκείνον η μελαχρινή μούσα που τον συνόδευε στις σπάνιες βραδινές του εξόδους.

Ντύθηκε, έδεσε σφιχτά τα κορδόνια στα καλογυαλισμένα του σκαρπίνια, πήρε από το σκονισμένο γραφείο τη μαύρη πένα του και το μπλοκάκι με το σκληρό εξώφυλλο, τα έβαλε στη μέσα τσέπη του σακακιού και έκλεισε πίσω του τη βαριά πόρτα του διαμερίσματος.

Χαιρέτησε σιωπηλά την άγνωστη γειτόνισσα η οποία είχε καρφωμένο το αδιάκριτο βλέμμα της επάνω του, κοντοστάθηκε μπροστά στον υπάλληλο του οπωροπωλείου πού ψέκαζε βαριεστημένα ένα τελάρο κόκκινα μήλα, και κατηφόρισε προς το κυπαρισσί καφενεδάκι της οδού Δημοκρατίας.

Εντόπισε  το πιο απόμερο τραπεζάκι. Κάθισε. Έβγαλε από την τσέπη του το μπλοκάκι και το ακούμπησε στο στρογγυλό μάρμαρο του τραπεζιού. Έριξε μια ματιά γύρω του. Μια εικοσάχρονη κοπέλα ντυμένη σε άπταιστα μαύρα ρούχα κι ένας κανελί κεραμιδόγατος ήταν τα μόνα γόνιμα κομμάτια του τοπίου. Ανέσυρε από τη τσέπη του σακακιού του τη μαύρη πένα, έπαιξε το καπάκι της ανάμεσα στα δάχτυλά του κι άρχισε να σημειώνει στο μπλοκάκι…

Οι πρώτες στάλες της βροχής άρχισαν να πέφτουν στην ξεφλουδισμένη άσφαλτο σκεπάζοντας τον καλοκουρδισμένο ήχο των λουστρινένιων γοβών που οδηγούσε προς το μέρος του η Αγγελική. Η σύντροφός του σε μιαν άνοιξη που έβγαζε συνεχώς χρωματιστά μαντίλια απ’ το καπέλο της. Χορεύτρια της λυρικής σκηνής. Λευκόσαρκη, με μάτια μελιχρά και πόδια αλφαδιασμένα στο ρυθμό πρόσφερε χίλιους τρόπους να την ερωτευθείς.

Τον πλησίασε σε απόσταση πνοής, κι ακούμπησε τα δάχτυλά της γύρω απ’ τον καρπό του. Ακινητοποίησε τη σκέψη και την πένα του, κι άφησε την κόκκινη σφραγίδα της στα αφηρημένα χείλη του. Πριν εκείνος προλάβει να αντιδράσει, πήρε το μπλοκάκι στα χέρια της, κάθισε με ρυθμούς μπαλέτου στην άβολη ψάθινη καρέκλα και διάβασε σχεδόν ανέκφραστη τις λέξεις που είχαν «σφηνωθεί» με κόκκινη μελάνη στο χαρτί.

Οι φίλοι μου χωρούν στη γραμμή ενός μπλε τετραδίου. Έτσι θέλω να μείνει. Τρομάζω στην ιδέα πως κάποτε θα με εγκαταλείψει η μοναξιά μου. Παρ’ όλα αυτά, αν έχεις χρόνο, έλα να πεθάνεις στην αγκαλιά μου…