Πέθανε είπαν, χάριν αστεϊσμού. Μα εκείνη είχε πεθάνει στ’ αλήθεια.

Το λουλούδι στο παμπάλαιο στήθος της είχε μαραθεί.

Οι αράχνες ξέπλεκαν τους ιστούς από τα βλέφαρά της. Το βλέμμα της είχε σαπίσει από την υγρασία. Οι σκάλες στα μαλλιά της είχαν διαλυθεί.

 

Το στόμα της φωλιά δαιμονισμένων πτηνών. Εξορκισμένων με ξηρό κρασί και φασκόμηλο. Και δαιμονισμένων ξανά.

Στα  χείλη της αγκυλωμένες οι τελευταίες φράσεις του αναγνωστικού. “Λόλα, να ένα δηλητηριώδες μήλο”.

Τα δάχτυλά της σφιχτά τυλιγμένα γύρω από ένα σπίρτο,  καμένο ως  το κόκκαλο.

Στις τιράντες του φορέματός της  σημάδια από ξύλινα μανταλάκια. Σουβενίρ κάποιου αιώνιου ήλιου.