Παρατηρώ με λύπη πως πηγαίνουμε προς τα πίσω. Νομίζουμε πως εξελισσόμαστε σαν είδος, μα ξεχνάμε άλλα πράγματα θεμελιώδη. Ξεχάσαμε να είμαστε άνθρωποι. Το λέω και στενοχωριέμαι. Όχι δε ζηλεύω τους πλούσιους, τους όμορφους, τους πετυχημένους. Μπορώ να βρω πολλούς από δαύτους. Ζηλεύω τους ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. Αυτούς που νιώθουν και πράττουν χωρίς να πουλάνε αέρα κοπανιστό. Αυτούς που περιμένουν τη Ζωή στη γωνία και δεν τρέχουν να την προφτάσουν. Τέτοιους δύσκολα βρίσκεις, γι’ αυτό καλύτερα να γίνεις εσύ άνθρωπος πρώτα.

 

Μας γαλούχησαν με το ρητό «Ο θάνατος σου, η ζωή μου», μας έμαθαν να γαμάμε και να φεύγουμε, προτού μας γαμήσουν οι άλλοι. Μας μεγάλωσαν σαν τέρατα αδίστακτα και σκληρά για να επιβιώσουμε σ’ ένα κόσμο που δεν χωράνε συναισθήματα. Πιο εύκολα σηκώνουμε το χέρι, πιο εύκολα το χτυπάμε με δύναμη στον τοίχο, παρά το απλώνουμε στον δίπλα μας. Υπερβολές, θα σκεφτούν κάποιοι.. Αυτοί οι κάποιοι δεν έχουν αντίληψη της πραγματικότητας. Δεν βλέπουν το μίσος να καίει στα μάτια του κόσμου, δεν τους ενοχλούν τα αίματα στα πεζοδρόμια, δεν φοβούνται μην τους καταπιεί το ίδιο το κενό τους. «Τι κάνεις;», τους ρωτάς. «Καλά» σου απαντούν. Ούτε χαρά, ούτε θυμό, ούτε λύπη. Ένα μέτριο, ξεθωριασμένο ,χωρίς ίχνος συναισθήματος «καλά».

 

Μου λένε κάποιοι που διαβάζουν αυτά που γράφω ότι είμαι απαισιόδοξη.. Δεν είμαι. Πια.

Αλίμονο, αν λέμε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε και συνεχιστεί αυτή η φύρα.

Αλίμονο, αν προτιμάμε να πληγώσουμε από το να πληγωθούμε.

Αλίμονο, αν φοβόμαστε να νιώσουμε.

Αλίμονο, αν σταματήσαμε να νοιαζόμαστε, επειδή κάποτε μας είπαν πως  «έτσι πρέπει».